Το κωδωνοστάσιο του Αγ. Δημητρίου είναι ένα εντυπωσιακό πενταόροφο πέτρινο οικοδόμημα, σε επαφή με τη δυτική όψη τρίκλιτης βασιλικής του 19ου αι. Πρόκειται για ιδιαίτερα προσεγμένη κατασκευή από πέτρα και ασβεστοκονίαμα με ξύλινα δάπεδα και κλιμακοστάσια. Χαμηλός σφαιρικός θόλος από συμπαγείς πλίνθους, που σχηματίζει φανό στο κλειδί, στεγάζει τον τελευταίο όροφο. Οι χαμηλοί όροφοι του καμπαναριού διαθέτουν τοιχοποιία μεγάλου πάχους με μικρά ανοίγματα, ενώ οι δύο τελευταίοι διαμορφώνονται από λεπτούς πεσσούς, οι οποίοι ενώνονται μεταξύ τους με μεγάλα πέτρινα τοξωτά ανοίγματα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η είσοδος του καμπαναριού, στη δυτική όψη, η οποία είναι τοξωτή με καμπύλα κυμάτια. Οι γωνίες του καμπαναριού είναι κατασκευασμένες με λαξευμένους λίθους και τα ενδιάμεσα τμήματα, σε ελαφρά υποχώρηση από το πρόσωπο ήταν επιχρισμένα με κονίαμα κοκκινωπό. Το κονίαμα αυτό διασωζόταν εν μέρει. Η κατασκευή ήταν ενισχυμένη με σιδερόβεργες.
Η όλη κατασκευή παρουσίαζε έντονες ρωγμές, ιδιαίτερα στη δυτική όψη και στα τόξα των ανοιγμάτων, μερική αποσάθρωση των δομικών κονιαμάτων και των ξύλινων πατωμάτων και χαλάρωση των μεταλλικών ενισχύσεων.
Η προσεκτική στερέωση της κατασκευής ώστε να αποκατασταθεί η στατική λειτουργία της με τις ελάχιστες δυνατές επεμβάσεις και να διατηρηθούν τα αυθεντικά υλικά ήταν το ζητούμενο της όλης επέμβασης.
Οι τοιχοποιίες στερεώθηκαν με αρμολογήματα, ενέματα και μεταλλικές περισφίξεις με ράβδους ανοξείδωτου χάλυβα σε όλες τις στάθμες των δαπέδων. Επισκευάσθηκαν τα ξύλινα δάπεδα και οι κλίμακες με μερική αντικατάσταση της σαθρής ξυλείας. Όσα από τα αρχικά επιχρίσματα διασώζονταν στερεώθηκαν με στεφανώματα, ενώ στα υπόλοιπα τμήματα διατηρήθηκε η λιθοδομή εμφανής.

